Αγάπη – Liebe – Love

 In ΚΕΙΜΕΝΑ, ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
Amour_et_Psyche-Auguste_Rodin

ΑΓΑΠΗ – LIEBE

Jecheskiel Cohen

Πηγή: Handbuch psychoanalytischer Grundbegriffe  –  Kohlhammer Verlag, σελ. 538-542

 

Ορισμός – Γενικά περί αγάπης

Φαίνεται να μην υπάρχει καμία άλλη έννοια της οποίας ο ορισμός να είναι τόσο δύσκολος και περίπλοκος – όσο αυτή της αγάπης. Μια λέξη που τρέχει στην καθημερινή χρήση της γλώσσας μας. Αντίστοιχα την συναντάμε συχνά κι εμφανίζεται ευρέως στην επιστημονική βιβλιογραφία καθώς και σε όλα τα είδη έργων τέχνης. Χρησιμοποιείται στην ίδια κλίμακα από επιστήμονες και καλλιτέχνες καθώς επίσης γενικευμένα από όλα τα κοινωνικά στρώματα, σε όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες και σε όλες τις εποχές. Η ψυχαναλυτική βιβλιογραφία δεν αποτελεί εξαίρεση μιας και εδώ η έννοια της αγάπης βρίσκει συχνά εφαρμογή, χωρίς ωστόσο να προσπαθεί κανείς ιδιαίτερα να την εξηγήσει. Συνήθως συναντάμε την χρήση συνωνύμων λέξεων και οι συγγραφείς το θεωρούν αυτονόητο πως κάθε αναγνώστης κατανοεί την έννοια της αγάπης χωρίς ιδιαίτερη εξήγηση.

Η ψυχανάλυση στις περισσότερες περιπτώσεις πραγματεύεται την αγάπη ως μια συγκεκριμένη σχέση που προκύπτει και υφίσταται ανάμεσα σε δύο ανθρώπους. (Ανάμεσα σε μητέρα και παιδί, άνδρα και γυναίκα, ανάμεσα σε δύο άνδρες ή δύο γυναίκες). Ωστόσο η έννοια είναι ουσιαστικά ευρύτερη και περιεκτικότερη. Στη αγγλική γλώσσα ιδιαίτερα μιλάμε για αγάπη σε αναφορά με αντικείμενα, φαινόμενα, έργα και πράξεις. Λέμε για παράδειγμα πως αγαπάμε το περπάτημα, το παιγνίδι το τραγούδι.  Λέμε πως αγαπάμε αυτήν όπερα, αυτή την εικόνα, με τον ίδιο τρόπο που εκδηλώνουμε την προτίμηση μας γι ένα κτίριο ή ένα κείμενο. Σίγουρα υπάρχει μια διαφορά  ανάμεσα στην αγάπη για έναν σύντροφο και την αγάπη για μια συμφωνία του Beethoven ή για την κινέζικη κουζίνα. Ωστόσο αυτοί οι τρόποι έκφρασης έχουν πολλά κοινά στοιχεία γιατί η χρήση της έννοιας αγάπη για αυτά τα είδη προτιμήσεων δεν είναι το αποτέλεσμα μιας έλλειψης λέξεων αλλά μιας κοινότητας ιδιοτήτων. Ο Mohacsy (1992) παραθέτει μια σειρά συνωνύμων για την αγάπη: affection, fondness, passion, adoration, regard, infatuation, liking, attachment, worship, appeal, affinity. Προσθέτει  πως κατά βάση δεν υπάρχει μια μοναδική λέξη που θα μπορούσε να περιγράψει ολοκληρωμένα πως αισθάνεται ένας άνθρωπος τις στιγμές που βιώνει αγάπη. Η αγάπη είναι μια συγκινησιακή εμπειρία που γεννιέται μέσα στην συνάντηση του ατόμου με ένα ‘’οποιοδήποτε’’ αντικείμενο. Το αντικείμενο μπορεί να ένας άνθρωπος, ένα μέρος του ανθρώπου, μια υπόθεση, ένα αντικείμενο σκέψης – οτιδήποτε, ακόμη και μια λέξη, μια ιδέα.

Η αγάπη είναι ένα συναισθηματικό – ερωτικό βίωμα το οποίο συνενώνει παράγοντες της φυσιολογίας αλλά και γνωσιακούς παράγοντες. Το βίωμα της αγάπης βασίζεται σε ένα ισχυρό συναίσθημα της απόλαυσης και της διέγερσης την στιγμή που το υποκείμενο και το αντικείμενο της αγάπης βρίσκονται μαζί. Κι αυτό ανεξάρτητα από το αν το αγαπημένο αντικείμενο είναι ένα τοπίο, ένα έργο τέχνης ή ένας άνθρωπος. Είναι σημαντικό να μην ξεχάσουμε πως το αγαπημένο αντικείμενο μπορεί να συμπίπτει με αυτόν που αγαπά, το ίδιο το υποκείμενο. Σε  αυτήν την περίπτωση η προτίμηση αυτού που αγαπά κατευθύνεται προς τον ίδιο του τον εαυτό ή μέρη του εαυτού (με αγαπάω, αγαπάω την εξωτερική μου εμφάνιση).

Παράλληλα με την φυσιολογική, γνωστική και ψυχική ανάπτυξη του ανθρώπου αλλάζουν και τα χαρακτηριστικά της αγάπης καθώς και οι παράγοντες που διαδραματίζουν κάποιο ρόλο στο βίωμα της αγάπης. Για παράδειγμα στην αγάπη του μωρού για την μητέρα του ή για ένα μέρος της μητέρας (στήθος, γάλα), ενεργοποιούνται  μόνον λίγοι γνωστικοί τομείς και ταυτόχρονα συμμετέχει μόνον ένα μέρος του σώματος του. Όσο ο άνθρωπος μεγαλώνει κι αναπτύσσεται όλο και περισσότεροι παράγοντες διαδραματίζουν έναν ρόλο στην εμπειρία – όπως η δύναμη των εσωτερικών παραστάσεων, η σκέψη, οι σωματικές κινήσεις και τα μέρη του σώματος. Η εμπειρία της αγάπης αποτελεί την έκφραση της ανάγκης για συγχώνευση με το αγαπημένο αντικείμενο par excellence, χωρίς ωστόσο να αναιρείται ο ιδιαίτερος και ανεξάρτητος εαυτός. Μαζί με την ανάγκη για συγχώνευση με το αντικείμενο συμβαίνει να αναδύεται μια ανάγκη για αντιστροφή της συγχώνευσης. Η ανάγκη για διεύρυνση κι εμπλουτισμό του εαυτού, μια προσπάθεια να γίνει το αντικείμενο αγάπης ένα τμήμα του εαυτού που δεν μπορεί να αποχωριστεί πια από αυτόν, μια ίδιο-ποίηση (Cohen 1994).

222082

Η κλασσική αντίληψη περί αγάπης

Ο Freud χρησιμοποίησε μερικές φορές την λέξη αγάπη και αφιέρωσε την προσοχή του στο φαινόμενο. Ωστόσο είναι προφανές πως στην αγάπη είδε μόνο μια κλίση, μια προτίμηση ανάμεσα σε δύο ανθρώπους. Στην εργασία του «Σχετικά με την πιο γενική ταπείνωση της ερωτικής ζωής» (1912) το βασικό του επιχείρημα είναι πως η ορμή αυτοσυντήρησης επιβάλλει έναν πρωταρχικό δεσμό (με την μητέρα) και πως αυτός ο δεσμός είναι υπεύθυνος για την γένεση των σχέσεων αγάπης. Οι σχέσεις ιδρύονται με βάση αυτόν τον πρωταρχικό δεσμό ο οποίος εμπεριέχει κάθε πρωταρχική ερωτική και σεξουαλική σύνδεση που ο άνθρωπος ακολουθεί  καθ΄όλη την διάρκεια της ζωής του. Έτσι  ο Freud είδε στην αγάπη κυρίως την έκφραση των ενορμήσεων ζωής κι επιχειρηματολόγησε πως κάθε εύρεση ενός αντικειμένου αγάπης δεν είναι τίποτε άλλο από μια επανεύρεση. Στη συνέχεια σε άλλα κείμενα του ασχολήθηκε με το βίωμα της αγάπης και συζήτησε διάφορες πτυχές του ζητήματος της αγάπης και των απαρχών της.

Η Bergmann (1980) διέκρινε στο έργο του Freud τρεις διαφορετικές αναφορές σχετικά με το ζήτημα της αγάπης. Η πρώτη προσέγγιση έγινε στις «Τρεις πραγματείες για την σεξουαλική θεωρία» (1905) καθώς και σε δημοσιεύσεις του από το 1910 και το 1912. Σε αυτήν την περίοδο ο Freud βλέπει στην αγάπη την επανεύρεση ενός πρωταρχικού δεσμού. Σε αυτήν την φάση ο Freud τονίζει ότι η καινούρια συνθήκη (επανεύρεσης) δεν πρέπει να ανακαλεί στην μνήμη την απαγόρευση της αιμομιξίας. Η δεύτερη συνεισφορά του Freud εκκινεί από το άρθρο του «Εισαγωγή στον ναρκισσισμό» (1914). Σύμφωνα με αυτό το κείμενο η αγάπη του ανθρώπου για τον εαυτό του μεταφέρεται σε ένα ιδανικό Εγώ και από εκεί προβάλλεται στο αγαπημένο αντικείμενο που μέσα του αυτός που αγαπά προσδοκά –  επιδιώκει την εμφύτευση αυτού του ιδανικού εγώ. Σε αυτό το αγαπημένο αντικείμενο, αυτός που αγαπάει βλέπει με ευχαρίστηση αυτό που ο ίδιος θα ήθελε, αλλά δεν μπορεί πλέον να είναι.  Η Bergmann αναγνωρίζει μια τρίτη στιγμή στην συνεισφορά του Freud σχετικά με το θέμα της αγάπης στο κείμενο «Ενορμήσεις και πεπρωμένα ενορμήσεων». Σε αυτό το κείμενο ο Freud θεωρεί πως η αγάπη ξεκινώντας από μια ενορμητική ώθηση εξελίσσεται σε μια ροπή προς ένα γενετήσιο αντικείμενο.

Ακολουθώντας τα βήματα του ιδρυτή της,η ψυχανάλυση χρησιμοποιεί ένα λεξιλόγιο που αναφέρεται σε ‘’ενέργεια’’ αντικαθιστώντας την έννοια της αγάπης με αυτήν της λιβιδούς. (Libido). Η σύλληψη και η εξέλιξη της ουσίας του ‘’αντικειμένου’’ καθώς και η θέση του στην ανάπτυξη της ψυχικής ζωής του ανθρώπου είναι η στιγμή που σηματοδοτεί την επιστροφή της έννοιας της αγάπης στην ψυχανάλυση.

Και η Melanie Klein μιλάει για την αγάπη χρησιμοποιώντας την λέξη ‘’ενέργεια’’. Υποστηρίζει πως η αγάπη δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια βελτιωτική δύναμη, μια ενέργεια που επανορθώνει τις συνέπειες της εγγενούς ανθρώπινης καταστροφικότητας. Η ανθρώπινη καταστροφικότητα εκπορεύεται σύμφωνα με την Klein από τις ενορμήσεις του θανάτου οι οποίες βρίσκονται στον αντίποδα των ενορμήσεων της ζωής.

John_William_Waterhouse_-_Echo_and_Narcissus_-_Google_Art_Project

Διευρύνσεις – Τροποποιήσεις – Διαφοροποιήσεις

Ο Bak (1973) επισήμανε τον ρόλο της αγάπης ως μια δυνατότητα, έναν δρόμο. Βαδίζοντας τον, το άτομο προσπαθεί να αντιμετωπίσει την πρώιμη εμπειρία αποχωρισμού του από την μητέρα. Η αγάπη ξυπνά μέσα από την ανάγκη επιστροφής στην κατάσταση της πρωταρχικής ενότητας μαζί της. Αυτή η θεωρητική προσέγγιση προκύπτει από την επιλογή να αναγνωριστεί μια κεντρική σημασία στην συνέχιση της ζωής. Στις απαρχές του το βρέφος συνδέεται καθοριστικά με την μητέρα του ή κάποιο άλλο πρόσωπο. Καθοριστικά με την έννοια της δυνατότητας ψυχικής επιβίωσης για το μωρό η οποία απορρέει από αυτόν τον πρώτο δεσμό. Αυτός ο τρόπος θέασης ακολούθησε την οπτική της Melanie Klein,  τις έρευνες γύρω από τους πρώτους δεσμούς του βρέφους που έκανε ο J.Bowlby και τις εργασίες του D. Winnicott. Ο τελευταίος υποστήριξε πως στην αρχή της ζωής δεν υπάρχει ένα μωρό και η μητέρα του αλλά μια ενότητα μητέρας – παιδιού.

Βλέπουμε πως κατά βάση εδώ υπάρχει μια θεωρητική επιστροφή στην αρχική σύλληψη του Freud σχετικά με την επανεύρεση του αντικειμένου. Οι  συγγραφείς που αναφέρθηκαν παραπάνω αποδίδουν έναν πρωταρχικό, καθοριστικό τόπο/χώρο στην αγάπη μητέρας – παιδιού. Υπό αυτήν την έννοια οι σχέσεις αγάπης που στην συνέχεια θα ακολουθήσουν, είναι με τον έναν ή τον άλλον τρόπο συνδεδεμένες με αυτόν τον πρώτο δεσμό και τις ποιότητες που τον χαρακτηρίζουν. Ακολουθώντας αυτόν τον τρόπο σκέψης, οι Blanck και Blanck (1979), επιχειρούν (στα πλαίσια της κλασσικής ψυχαναλυτικής θεωρίας των ενορμήσεων) να συνδέσουν τις πρωταρχικές ενορμήσεις της λίμπιντο και της επιθετικότητας με τις ενορμήσεις της ένωσης και του αποχωρισμού. Οι συγγραφείς αυτοί  βλέπουν την ερωτική ψυχική ενέργεια (λίμπιντο) να ωθεί στην ένωση με το αντικείμενο, και σε μια αντίθετη ώση, την επιθετικότητα να οδηγεί στην αποδέσμευση από αυτό. Οι ψυχαναλυτές αυτοί  χρησιμοποιούν  την λέξη λίμπιντο ως συνώνυμο της αγάπης, μιας και είναι αυτή (η λίμπιντο) που ωθεί τον άνθρωπο στην ένωση με το αντικείμενο αγάπης.

Και ο Otto Kernberg (1977) αποδίδει ενορμητική σημασία στην αγάπη. Ωστόσο προσθέτει στο βίωμα της αγάπης κάποια στοιχεία τα οποία χαρακτηρίζουν το Εγώ. Αυτό συμβαίνει γιατί βλέπει στο βίωμα της αγάπης τα στοιχεία της τρυφερότητας, της προσφοράς και της βαθιάς αφιέρωσης να απευθύνονται στο αντικείμενο. Ο Boesky (1980) προχώρησε σε μια ετυμολογική ανάλυση της λέξης αγάπη και ανακαλύπτει πως σε πολλές γλώσσες υπάρχει μια σύνδεση ανάμεσα σε αγάπη, εγκατάλειψη και πίστη (love, leave, believe). Έτσι θεωρεί πως υφίσταται μια στενή σχέση ανάμεσα σε χωρισμό, αγάπη κι εμπιστοσύνη στο αντικείμενο, με την έννοια πως αυτό θα είναι σε θέση να κατασκευάσει εκ νέου την πρότερη κατάσταση.

Όσο περισσότερο η ψυχανάλυση συγκεντρωνόταν γύρω από τις σχέσεις των ανθρώπων με το περιβάλλον τους (ο Εαυτός στην σχέση του με το αντικείμενο) τόσο περισσότερο επικρατούσε μια αντίληψη της αγάπης ως βίωμα που διαδραματίζεται  ανάμεσα τους. Μέσα από αυτήν την οπτική εξαφανίστηκε η κατανόηση της αγάπης ως εμπειρία ανάμεσα σε ανθρώπους και διάφορα αντικείμενα που δεν είναι κατ’ ανάγκην άνθρωποι. Έτσι η ψυχανάλυση μιλάει για αγάπη για το αντικείμενο (το αντικείμενο είναι ένας άλλος άνθρωπος) ή για αγάπη στα πλαίσια μια αναλυτικής συνεδρίας (μεταβιβαστική αγάπη).

Η ψυχολογική εξέλιξη του Εγώ που εδράζεται σε αυτήν την δομική σύλληψη οδήγησε στην ενασχόληση με την αγάπη συσχετίζοντας το φαινόμενο με την αναπτυξιακή διαδικασία. Με αυτόν τον τρόπο προέκυψε μια διαμάχη ανάμεσα στην θέαση της αγάπης στην οιδιπόδεια/γενετήσια σημασία της (ως εύρεση ενός λιβιδινικού αντικειμένου) και στην θέαση της στην προ-οιδιπόδεια σημασία της. Έτσι ο Gediman (1981) εξηγεί πως τα διάφορα εμπόδια στον δρόμο για την εκπλήρωση μιας σχέσης αγάπης, όπως αυτά περιγράφονται σε διάφορες αφηγήσεις, για παράδειγμα στην σχέση Τριστάνου και Ιζόλδης, αποτελούν μια έκφραση του προ-οιδιπόδειου αγώνα ανάμεσα στην ανάγκη για συγχώνευση και στην ανάγκη για αποδέσμευση κι εξατομίκευση.

orpheus-and-eurydice-nikos-engonopoulos-1959-fdc8720c

Η σημασία της αγάπης σε διαφορετικές ψυχαναλυτικές θεωρητικές κατευθύνσεις

Ως συνέχεια του προαναφερθέντος μοντέλου διδασκαλίας γύρω από τις σχέσεις με το αντικείμενο εμφανίζεται και μπαίνει στο κέντρο της συζήτησης η θεωρητικοποίηση γύρω από τον Εαυτό (self  – das Selbst). Αλλά όπως και οι πρόδρομοι του, το μοντέλο αυτό δεν είναι αποδεσμευμένο από άλλες προσεγγίσεις, μια κι εδώ οι αντικειμενότροπες σχέσεις αποτελούν θεμελιώδη αναφορά. Η εξέλιξη του Εαυτού είναι ξεκάθαρα συνυφασμένη με την ύπαρξη του αντικειμένου, το οποίο διαμορφώνει ένα αντικείμενο Εαυτού (self-object). Η μελέτη των σχέσεων του Εαυτού με τα αντικείμενα του υποδηλώνει την σημασία της αγάπης ως πρωταρχικό, ζωτικής σημασίας, συστατικό του Εαυτού.

Ο Heinz Kohut προχώρησε στην δημιουργία μιας ψυχολογίας του Εαυτού (Self-psychology), στην οποία δεν έθεσε ως ειδικό ζήτημα την αγάπη, της απέδωσε όμως αναμφίβολα μια καταστατική θέση απαραίτητης για την ζωή. Στην τοποθέτηση του βλέπει την αγάπη κατά πρώτο λόγο ως βίωμα και όχι ως την έκφραση μιας ενόρμησης. Σε αυτό το σημείο βρίσκεται η βασική συνεισφορά της ψυχολογίας του Εαυτού στο ζήτημα της αγάπης. Σύμφωνα με αυτόν τον συγγραφέα, η αγάπη δεν είναι κάτι που βλέπουμε αλλά κάτι που βιώνουμε με τον ίδιο τρόπο που ο Εαυτός βιώνει την κατάσταση της αγάπης. Η αγάπη δεν αποτελεί ένα παράγωγο της ενόρμησης ούτε μια μετουσίωση της αλλά ένα βίωμα του εποικοδομήματος των μερών της ψυχής, ένα βίωμα του Εαυτού. Οφείλουμε να παρατηρήσουμε πως η Ψυχολογία του Εαυτού δεν εγκαταλείπει εντελώς την ιδέα της ύπαρξης μιας αγάπης για το αντικείμενο – αλλά την βλέπει ως διαφορετική από την αγάπη για τον Εαυτό (τη ναρκισσιστική αγάπη). Βλέπει ωστόσο την αληθινή αγάπη συνυφασμένη/ριζωμένη μέσα στο βίωμα του Εαυτού.

Όσο πιο συνεκτικός είναι ο Εαυτός τόσο περισσότερο μπορούμε να μιλήσουμε για ένα αληθινό βίωμα αγάπης. Όταν η συνοχή του Εαυτού τίθεται σε αμφιβολία και τον συναντάμε σε κατάσταση διάσπασης, θρυμματίζονται τότε και τα βιώματα που συνδέονται με την αγάπη σε διαφορετικά παράγωγα όπως για παράδειγμα σε σεξουαλικές φαντασιώσεις. Ως συνέπεια αυτής της συνθήκης δεν μπορούμε πλέον να μιλάμε για βίωμα αγάπης.

……………..

Η θεωρία της διυποκειμενικότητας (intersubjektivity) τονίζει την αποκλειστικότητα (μοναδικότητα) του κάθε Εαυτού. Σε αυτόν τον τρόπο σκέψης δεν πρόκειται πλέον για τον Εαυτό έναντι του αντικειμένου αλλά για τον Εαυτό ενώπιον του άλλου Εαυτού. Στις σχέσεις αγάπης πραγματοποιείται το ταυτόχρονο της εξάρτησης και της ανεξαρτησίας και η συνθήκη αυτή εγγράφεται μέσα από την ανάγκη του ατόμου για αναγνώριση. Η Jessica Benjamin (1995) το διατυπώνει με τον ακόλουθο τρόπο:

«The need for recognition entails this fundamental paradox: at the very moment of realizing our own fundamental will, we are dependent upon another to recognize it».

Η διυποκειμενική προσέγγιση τονίζει την στιγμή που διαπιστώνουμε πως χωρίς την αμοιβαία αναγνώριση, χωρίς την αποδοχή του ταυτόχρονου της εξάρτησης και της μοναδικότητας σε αυτόν τον αγώνα των δύο Εαυτών εντός μιας σχέσης  – δεν μπορεί να υπάρξει καμία σχέση αγάπης. Ένας κλονισμός αυτής της ισορροπίας κατασκευάζει μ ια σχέση κυριαρχίας – υποτέλειας, όχι όμως μιας σχέσης αγάπης. Αυτή η σύλληψη βρίσκεται σε αντίλογο με την άποψη που θεωρεί πως ο άνθρωπος σε όλη του την ζωή επιδιώκει την αρμονία με αυτόν που βρίσκεται απέναντι του. Αλλά πολύ περισσότερο έχει ταυτόχρονα την ανάγκη για ενότητα/συμφωνία αλλά και την διατήρηση της αυτονομίας του:

«One of the most important insights of intersubjective theory is that sameness and difference exist simultaneously in mutual recognition» (Benjamin 1988).

Η θεώρηση αυτή εδράζεται πάνω στην ισότητα των φύλων και των ανθρώπων γενικότερα, και με αυτόν τον τρόπο τονίζει την διαφορά ανάμεσα σε σχέσεις αληθινής αγάπης με σχέσεις που χαρακτηρίζονται από κυριαρχία/υποτέλεια.

Lacan Love

Απόδοση από την γερμανική γλώσσα: Σκαρπίδης Κώστας