Η αντιμετώπιση ενός συλλογικού τραύματος. Από την θεσμική εντροπία στην ψυχική επεξεργασία και στην επανόρθωση. Δυνάμεις και προοπτικές.

 In ΚΕΙΜΕΝΑ
[Επεξεργασμένη εκδοχή της εισήγησης μου στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου στις 4/10/2023].

Την ενοχή δεν μπορούμε να την αγνοήσουμε ούτε απλά να την παρακάμψουμε. Μπορούμε όμως να την αναγνωρίσουμε. Δεν αναφέρομαι εδώ σε αυτές τις ενοχές που σχετίζονται με τις πράξεις ή τις παραλείψεις μας. Αναφέρομαι στο αίσθημα ενοχής που αποτελεί συγκροτητικό παράγοντα αυτού που είμαστε και αυτού που γινόμαστε. Από την αρχή να διευκρινίσω πως δεν μιλάω στο όνομα των φοιτητών που με προσκάλεσαν. Δεν εκπροσωπώ παρά τον εαυτό μου. Αν στηρίζομαι σε κάτι για το ακόλουθο εγχείρημα – αυτό είναι μάλλον ένα αίσθημα απελπισίας, κάτι που συνορεύει με το αίσθημα του αφόρητου. Κάτι που αναζητάει έναν τρόπο έκφρασης. Κάτι που μοιραζόμαστε.

Γιατί αυτό που κλήθηκα να σχολιάσω σήμερα, σε τελική ανάλυση συμπυκνώνεται  στην φράση: ‘’Η Ελλάδα τρώει τα παιδιά της’’. Τόσο κοινότυπο, τόσο διαθέσιμο στην επιφάνεια των πραγμάτων  – γι αυτόν το λόγο και τόσο απρόσιτο κι απαγορευμένο στο να το γνωρίσει κανείς. Η γνώμη μου είναι πως τα ψυχικά στηρίγματα για την ανοχή αυτού που είναι τόσο ριζωμένο στην καθημερινή εμπειρία και τόσο επαναλαμβανόμενο ως μοτίβο, δεν μπορούν να βρίσκονται μόνο στον προγραμματικό/χειραφετητικό λόγο. Με έλκει κυρίως η θεωρητικοποίηση που διερωτά και εμπνέεται από μια επιστροφή στο μυθικό στοιχείο και την επεξεργασία του.

Σε ότι αφορά το αντικείμενο της συγκεκριμένης εισήγησης, η οποία σχολιάζει θεσμικούς και ατομικούς εκτροχιασμούς, συνειδητοποιώ εκ των υστέρων την σημασία της αλληλεπίδρασης του μυθικού με το ατομικό και συλλογικό στοιχείο ως παρούσα στο ασυνείδητο και στις παραγωγές του. Οι μύθοι αποτελούν μια από τις σημαντικότερες μορφές αναπαραστάσεων των ψυχικών συγκρούσεων. Η πραγματικότητα της αντιπαράθεσης ανάμεσα σε νεαρά άτομα και στους παιδαγωγούς τους, μπορεί να ‘’διαβαστεί’’ και να γίνει αντικείμενο κατανόησης μέσα από μυθολογικές αναφορές, πράγμα που σε τελευταία ανάλυση συνιστά μια ψυχική εργασία πάνω στο μύθο.

Επιλέγω τρεις μύθους και ταυτόχρονα κατασκευάζω τις ερμηνευτικές δυνατότητες που αναδύονται στην προσπάθεια μου να κατανοήσω αυτό που διακυβεύεται στο νομικό αλλά και κοινωνιολογικό πεδίο, με αφορμή μια αντιπαράθεση ανάμεσα σε δυο τουλάχιστο γενιές.

Πρόκειται για τις ακόλουθες αφηγήσεις:

Α. Το παραμύθι των αδελφών Grimm, ‘’το πεισματάρικο παιδί’.’

Β. Ο ελληνικός μύθος της Ιούς και του Άργου Πανόπτη.

Γ. Η θυσία του Ισαάκ, γνωστότερη ως θυσία του Αβραάμ.

Ως προς το τελευταίο σκέφτομαι ότι αποτελεί πιθανά ένα από τα σημαντικότερα αφηγήματα που συγκροτούν τον μονοθεϊσμό μου. Πρόκειται κυρίως για αδιόρατες ταυτίσεις και συναισθήματα που συνοδεύουν την σχέση πατέρα-γιου στον πολιτισμό μας. Η αναφορά στην Βίβλο διευκολύνει την αποδοχή και τις κατευθύνσεις που επιβάλλονται στην ψυχική επεξεργασία των παραστάσεων αυτού που ονομάζουμε ‘’Πατριαρχία’’.

Το μέρισμα, αυτό που αναλογεί στους γιους από τα κληροδοτήματα του πατέρα, μπορεί να γίνει με αυτόν τον τρόπο πιο κατανοητό, πιο συνειδητό σε τελευταία ανάλυση.

Η Πατριαρχία είναι ένα σύνολο ενσαρκωμένων σημασιών που βρίσκονται μέσα μας. Δεν είναι ένα λογισμικό, μια εφαρμογή που μπορώ να απεγκαταστήσω κατά βούληση με μια κίνηση. Όπως όλα τα σημαντικά ζητήματα της ψυχικής ζωής υπόκειται και αυτό σε μια δια βίου ψυχική επεξεργασία.

Για να διευκολύνω το φεμινιστικά προσανατολισμένο κοινό, θα επιτρέψω την διατύπωση ότι το πρόβλημα δεν είναι ο Οιδίποδας και η βία που συνδέεται με την αναπαραγωγή του ως κυρίαρχο πρότυπο κοινωνικοποίησης στην αστική κοινωνία. Αλλά ο Μωυσής που βρίσκεται κρυμμένος μέσα του. Δεν πρόκειται βέβαια για το ίδιο ψυχικό πρόσωπο αλλά για μια αδιόρατη συνέργεια. Μια συνάντηση/σύνθεση ψυχικών μορφών από δυο εντελώς διαφορετικούς κόσμους. Τον ελληνικό και τον εβραϊκό.

Ο Άμλετ, ο Ληρ, ο Οιδίποδας τύραννος, ο Μωυσής είναι βασιλιάδες. Το πεισματάρικο παιδί όμως και η διαρκώς καταδιωκόμενη από την Ήρα Ιώ, είναι κάτι άλλο. Πρόκειται για δυο διαφορετικά είδη ψυχικής ευαλωτότητας, ευθραυστότητας και σύγκρουσης. Κατέχουν διαφορετικές θέσεις στα συστήματα κυριαρχίας, καθώς συνιστούν διαφορετικές ψυχικές εκφράσεις των αισθημάτων παντοδυναμίας. Αισθήματα υπερβολικά, απαραίτητα ωστόσο για την ψυχική επιβίωση των βρεφών και των μικρών παιδιών.

Η έλλειψη μετασχηματισμού τους κατά την διάρκεια της ζωής είναι ο λόγος που τα καθιστά προβληματικά. Η ψυχανάλυση μπόρεσε να αναγνωρίσει ότι το ζήτημα της παντοδυναμίας που συνδέεται τόσο στενά με την παιδική ηλικία – συναντάει αναπόφευκτα τις διαδικασίες πολιτικής κοινωνικοποίησης προς την δημοκρατία. Σχηματικά μιλώντας αναμένουμε ότι ο περιορισμός και η μετατροπή των φαντασιώσεων παντοδυναμίας σε πιο ρεαλιστικά σενάρια, ισοδυναμεί δυνητικά – αν όλα πάνε καλά – με περισσότερη δημοκρατία. 

………

Βρίσκομαι εδώ σήμερα ύστερα από πρόσκληση της Lila Pause, της φοιτητικής ένωσης που ανέλαβε την πρωτοβουλία  για κάποιες δράσεις, επιδιώκοντας την απόδοση μιας στοιχειώδους δικαιοσύνης – διασώζοντας ό,τι μπορούσε να διασωθεί εν μέσω διαψεύσεων, απογοητεύσεων και θεσμικών εκτροπών.

Αυτό τουλάχιστο καταλαβαίνω διαβάζοντας το κείμενο που παρουσιάζει μια σειρά συμβάντων που έλαβαν χώρα το 2022 και το 2023 και καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό την ροή των εκπαιδευτικών διαδικασιών στο πανεπιστήμιο σας.

Όταν διάβασα το δελτίο τύπου, την αναφορά της Lila Pause για αυτά που συνέβησαν την προηγούμενη χρονιά αλλά και αυτή που διανύουμε αναρωτήθηκα τι είναι ιδιαίτερα τραυματικό σε αυτά τα γεγονότα. Τι είναι αυτό που προσβάλλει τους φοιτητές ώστε να θέτουν εκτός λειτουργίας το πανεπιστήμιο με μια κατάληψη – ως το ύστατο μέσο εναντίωσης σε λόγους και πράξεις που τραυματίζουν την αίσθηση δικαιοσύνης.

Αν κανείς δεχθεί ότι η αναφορά της φοιτητικής οργάνωσης είναι ρεαλιστική και τεκμηριωμένη, τότε προκύπτουν ερωτήματα που αφορούν την εύρυθμη λειτουργία του Campus, πράγματα που δεν μπορούν να παρακαμφθούν ή να αποδυναμωθούν, μόνο και μόνο επειδή αυτό θα εξυπηρετούσε συμφέροντα μιας συντεχνίας και την θέληση της να τα επιβάλλει με όποιους ελιγμούς, χάνοντας έτσι η ίδια την αίσθηση της πραγματικότητας. Ακολουθώντας μια γραφειοκρατική λογική χάνει κυρίως την αντίληψη για τα θεμελιώδη και τα πιεστικά ζητήματα. Με πιθανότερο αποτέλεσμα την εμβάθυνση της κρίσης εμπιστοσύνης ανάμεσα σε φοιτητές και διδακτικό προσωπικό – αλλά κι εντός των διδασκόντων.

Γιατί το λέω αυτό? Γιατί η προσοχή μου έλκεται όχι τόσο από την πραγματικότητα της σεξουαλικής παρενόχλησης – αλλά κυρίως από την σε έναν δεύτερο χρόνο προσπάθεια σχετικοποίησης, αποδυνάμωσης και τελικά παράβλεψης των κατηγοριών που αποδίδονται σε ένα πρόσωπο, το οποίο βρέθηκε στο κέντρο του ενδιαφέροντος ως θύτης, ως κάποιος που φαίνεται να έκανε κατάχρηση εξουσίας,  διαταράσσοντας τα όρια της ιδιωτικότητας και αξιοπρέπειας μεμονωμένων ανθρώπων.

……

Πέρα από την πραγματικότητα των τραυματικών παραβιάσεων για την επικύρωση της οποίας θα μπορούσαν ή θα όφειλαν να επαρκούν οι καταθέσεις των θυμάτων και στην οποία θα επανέλθω αργότερα στη συζήτηση – αυτό που είναι περισσότερο τραυματικό σε έναν δεύτερο χρόνο είναι η προσπάθεια συγκάλυψης αυτών των πράξεων και των συνεπειών τους. Από ανθρώπους για τους οποίους η προσδοκία είναι να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων, προστατεύοντας αυτούς που το έχουν ανάγκη, στην βάση της προοπτικής αποκατάστασης όχι των θυμάτων αλλά της πραγματικότητας και της αλήθειας καθώς και την δυναμική σχέση ανάμεσα σε αυτές τις δύο λέξεις. Αν τα πράγματα είναι έτσι όπως τεκμηριώνονται ή διαψεύδονται μέσα από τις πράξεις ή τις παραλείψεις αυτών που βρίσκονται σε καίριες θέσεις ευθύνης – το αποτέλεσμα είναι ένας δευτερογενής τραυματισμός, ο οποίος λειτουργεί αθροιστικά και καταλύει τις σχέσεις εμπιστοσύνης, οι οποίες βρίσκονται στην καρδιά των εκπαιδευτικών διαδικασιών.

Η πρόσκληση που λάβαμε προβάλλει ένα ερώτημα που αντανακλά τουλάχιστο μια αμηχανία. Ένα χρόνο μετά τις καταγγελίες η πανεπιστημιακή κοινότητα βρίσκεται ενώπιον μιας τελεσιδικίας, μιας απόφασης ενός πειθαρχικού οργάνου, το οποίο καλείται να συγκεράσει τις προσδοκίες και να αποδώσει μια στοιχειώδη δικαιοσύνη. Οι φοιτητές και οι καθηγητές περιμένουν μια επανόρθωση, μια συμβολική αποκατάσταση. Όποια κι αν είναι η απόφαση που θα λάβουν  – το κοινό περιμένει ως minimum την δημοσιοποίηση του σκεπτικού που θα την καθιστά κατανοητή και πειστική. Δηλαδή να φροντίσει για την αποκατάσταση του κοινωνικού δεσμού. Σε διαφορετική περίπτωση θα πρόκειται για την ανακοίνωση ενός ιερατείου, μια επίδειξη δύναμης, η οποία ενδέχεται να ανοίξει τους ασκούς του Αιόλου. Κάποιοι θα κληθούν να παραδεχθούν την ήττα τους και νομίζω ότι αυτοί δεν θέλουμε να είναι οι φοιτητές. Βέβαια όλα αυτά που δοκιμάζω να περιγράψω ως ένας ξένος, ένας εξωπανεπιστημιακός, ενδέχεται να αποτελούν μια προσδοκία, μια προκατάληψη αν θέλετε.

Ακριβώς για αυτό το λόγο η παρέμβαση μου, οφείλει να είναι κατανοητή ως προς τις συνιστώσες της, την μεθοδολογία της, τις επιστημολογικές της προτιμήσεις. Κι επειδή σε τελευταία ανάλυση πρόκειται για ζητήματα νομιμοποίησης κι εγκυρότητας – κατά πρώτο λόγο των θεσμών, ο αγώνας των φοιτητών είναι βαθια πολιτικός, ακόμη κι αν πολλοί από αυτούς δεν το συνειδητοποιούν. Οι φοιτητές δεν ζητούν εκδίκηση. Ζητούν αναγνώριση. Χαρτογράφηση και κατανόηση της υλικής και της ψυχικής πραγματικότητας, των προσβεβλημένων και  σεξουαλικά παρενοχλημένων θυμάτων αφενός  – και μια υποστήριξη της γνώσης/συνειδητοποίησης των αλλοτριωτικών μηχανισμών που συμβαδίζουν με τις σχέσεις κυριαρχίας στην οικογένεια και στους θεσμούς της εκπαίδευσης.

Η γνώση αυτή δεν σταματά πουθενά. Οι νέοι άνθρωποι, ειδικά στην εποχή μας, είναι υποχρεωμένοι – για να επιβιώσουν ψυχικά, για να μπορέσουν κάποια στιγμή να ζήσουν την δική τους ζωή να μην έχουν ούτε ιερό ούτε όσιο. Οι ιερές αγελάδες φυσικά πάντα θα αντιστέκονται, αυτό είναι άλλωστε χαρακτηριστικό των θηλαστικών. Δυσκολεύονται με τον απογαλακτισμό. Η μετάβαση στην ενηλικίωση χρήζει, σε ένα δεύτερο χρόνο, όσο κι αν αν αυτό είναι επώδυνο και απαιτητικό – μιας επαρκούς γνώσης των ψυχολογικών μηχανισμών που παράγουν θύτες, οι οποίοι είναι στη βάση ψυχικών καταναγκασμών, καταδικασμένοι να εκτρέπονται. Για να φορτώσουν το τραύμα τους στην επόμενη γενιά ως μοναδική λύση που διαθέτουν για την ψυχική τους επιβίωση. Με κίνδυνο να ολισθαίνουν οι ίδιοι προς ψυχοπαθολογικές καταστάσεις, προς τον ολοκληρωτισμό και την περιφρόνηση των δημοκρατικών αξιών και του Νόμου.

Με Νόμο εδώ δεν εννοώ το θετικό δίκαιο, τους νόμους του κράτους ή κάποιους νατουραλιστικούς ηθικούς κώδικες κοινά αποδεκτούς. Δεν εννοώ ούτε τους κώδικες δεοντολογίας, οι οποίοι υπό προϋποθέσεις είναι ένα σημαντικό εργαλείο. Αλλά τον συμβολικό Νόμο με ν κεφαλαίο, ο οποίος αξιώνει και απαγορεύει από όλους μας δύο πράγματα: την απαγόρευση της αιμομιξίας και του κανιβαλισμού.

Γιατι τι άλλο είναι μια σεξουαλική παρενόχληση, από την αφύπνιση μιας αιμομικτικής, αποπνικτικής ατμόσφαιρας – ακόμη και ανάμεσα σε δύο ενήλικες. Οι οποίοι μέσω αυτών των πράξεων μετατρέπονται ατραπιαία σε ανήλικα, παρορμητικά υποκείμενα, τα οποία επιστρέφουν, παλινδρομούν, σε συμβιωτικές συνθήκες απόλυτης ψυχικής εξάρτησης εντός ενός βίαια ετεροχρονισμένου μητρικού σύμπαντος. Στο σημείο αυτό να υπενθυμίσω ότι η ερωτική προσέγγιση, το φλερτ, μπορεί να γίνεται ανοιχτά, η παρενόχληση αντίθετα συμβαίνει κυρίως ιδιωτικά.

Ο Freud, στο δοκίμιο του για την παρακμή του οιδιπόδειου συμπλέγματος, θέτει το ζήτημα όχι απλά ενός ξεπεράσματος αυτής της σεξουαλικής φάσης, η οποία χαρακτηρίζεται από την σεξουαλική διεκδίκηση και των δύο γονέων, ταυτόχρονα με την επιθετικότητα και αμφιθυμία που την συνοδεύει. Κάθε υποκείμενο καλείται ακριβώς σε αυτήν την περίοδο, στηριζόμενο στις δικές του δυνάμεις να επινοήσει και να κατασκευάσει ένα προσχέδιο για τον εαυτό του. Τι θα κάνει με το φύλο του, το σώμα του, τα άλλα φύλα, την ετερότητα. Υπήρξε μια στιγμή στην παιδική μας ηλικία, στην στιγμή της εξόδου από το οιδιπόδειο, όταν κληθήκαμε να επινοήσουμε τον κόσμο εκ νέου, για να μην γίνουμε απλά και μόνο αντίγραφα των γονικών αντικειμένων. Η στιγμή αυτή είναι κατά κάποιο τρόπο ένα πεπρωμένο. Που θα ξαναζωντανεύει και θα επαναλαμβάνεται στις κρίσιμες μεταβάσεις. Κυρίως στην εφηβεία και στην κρίση της μέσης ηλικίας.

Τα αντίγραφα είναι φαλκιδευμένα και ως εκ τούτου ψευδεπίγραφα. Πράγμα που ενσαρκώνεται με αποκαρδιωτικό τρόπο στις ψυχοσωματικές ασθένειες, οι οποίες είναι συμφυείς ενσαρκώσεις και αποτελέσματα της αυτόματης συμμόρφωσης στους κοινωνικούς κανόνες και στους μεγάλους άλλους της παιδικής ηλικίας. Και φυσικά σε καμία περίπτωση ενδείξεις μιας υγιούς προσαρμοστικότητας στις αντιξοότητες της οικογενειακής συνθήκης, η οποία στις κρίσιμες στιγμές υποκειμενοποίησης – απαίτησε απόλυτη υπακοή.

Για να σκεφτόμαστε αυτές τις αντιπαραθέσεις χρειαζόμαστε κριτήρια. Μας ενδιαφέρουν οι διαφορές που κάνουν τη διαφορά. Αντιλαμβάνομαι την εναντίωση των φοιτητών ως μια προσπάθεια ανάκτησης. Μιλάω για ανάκτηση δίνοντας έτσι την προτεραιότητα στην παραδοχή μιας απώλειας – πράγμα που ανοίγει τον δρόμο για μια εργασία πένθους. Ένα πένθος που είναι απαραίτητο να γίνει αντικείμενο διεργασίας ατομικά και συλλογικά προς αποφυγή και αποδυνάμωση των καταθλιπτικών λύσεων. Αυτό που χάθηκε είναι η εμπιστοσύνη τους στις μητρικές και πατρικές λειτουργίες του Πανεπιστημίου.

Η κατάθλιψη, είναι πολύ συχνά ένα πένθος που έχασε το δρόμο του. Τι είναι αυτό που οφείλουμε να ανακτήσουμε όταν νοιώθουμε χαμένοι, τραυματισμένοι, αδικημένοι? Νομίζω την ικανότητα για επαναμνημόνευση, διήγηση και ονειροπόληση, πράγματα που χρήζουν ενός ασφαλούς περιβάλλοντος.

Οι νευροεπιστήμες μπόρεσαν να ανακαλύψουν ότι αυτό που μας ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα πρωτεύοντα, με τα οποία μοιραζόμαστε το ίδιο DNA, είναι η μοναδικά ανθρώπινη ιδιότητα που λέγεται αυτοβιογραφική μνήμη.

……

Τι είναι αυτό που βάλλεται πρώτο, όταν ο θεσμός και οι άνθρωποι που εμπλέκονται σε αυτόν, περιέρχονται σε μια δίνη διαψεύσεων, ενδοοικογενειακών αρνήσεων και διαστροφικών πρακτικών? Με διαστροφή δεν εννοώ εδώ κάποια σεξουαλική διαστροφή – αν και κάποια ψυχαναλυτική γνώση γι αυτές είναι συνήθως πολύ γενναιόδωρη. Όσο και αν η έννοια της διαστροφής αντιμετωπίστηκε με κάποια απόλυτα δικαιολογημένη επιφύλαξη και καχυποψία από τα νεώτερα επιστημολογικά ρεύματα εντός της ψυχαναλυτικής σκέψης, με αποτέλεσμα να χάσει την παλιά της αίγλη – ταυτόχρονα ανανεώθηκε, τόσο από κατευθύνσεις της mainstream ψυχανάλυσης αλλά και από την συνεισφορά queer ψυχαναλυτριών και ψυχαναλυτών, απαλλαγμένη σε σημαντικό βαθμό από το βάρος των νομικών και θεολογικών της προεγγραφών.

Χωρίς να μπορούμε να μπούμε σε αυτά σήμερα για λόγους οικονομίας της συνάντησης μας – ωστόσο ας κρατήσουμε ως Leitmotiv την πρόθεση να τοποθετήσουμε την διαστροφή όχι πρωτίστως ως τον πυρήνα μιας σεξουαλική φαντασίωσης ή εκδραμάτισης – αλλά ως την εγγενή προδιάθεση και μια ευαλωτότητα ενώπιον της πρόκλησης/πρόσκλησης να διαστρέψουμε την αλήθεια. Και να την καταστήσουμε αγνώριστη, μετατρέποντας τα αντιληπτικά δεδομένα και την συναισθηματική τους σημασία, σε έναν πολτό, μια αδιαφοροποίητη μάζα πληροφοριών και αρνητικών εντυπώσεων. Όταν αυτή η τάση ενισχύεται κι ενδυναμώνεται, η συμβολική επικοινωνία, η δέσμευση στην γλώσσα και το συντακτικό της, οι συνέπειες του λέγειν και της ομιλίας, κατακρημνίζονται στο αδιαφοροποίητο, αθροιζόμενες πάνω σε έναν σωρό από ψυχικά συντρίμια. (Βυζαντινισμός)

…….

Στο σημείο αυτό ας ακούσουμε μια διάκριση που μας προτρέπει να λάβουμε υπόψη μας ο Thomas Mann στην ιστορική ομιλία του από το 1936 γιορτάζοντας στην Βιέννη τα 80 γενέθλια του Freud και η οποία είχε τον τίτλο ‘’Ο Freud και το μέλλον’’:

‘’ Είναι σημαντικό να συνειδητοποιούμε την αξία μιας μεγάλης διαφοράς. Η συνθήκη του να αποδέχεται ή να καταφάσκει κάποιος ένα ψεύδος – στην βάση μιας πικρής ειρωνικής στάσης κι ενός πεσιμισμού, ή το να συμβαίνει αυτό (δηλαδή η κατάφαση του ψεύδους, εξαιτίας του μίσους για την αλήθεια και το πνεύμα’’. Η διατύπωση αυτή του Thomas Mann, αγγίζει νομίζω πολύ την εποχή μας.

Αυτό που είναι σημαντικό για εμάς σήμερα, αυτό που αποτελεί το μεγαλύτερο στοίχημα είναι ένας αγώνας. Ο αγώνας να μην χάσουμε το προσανατολισμό μας και να μπορέσουμε να κρατήσουμε ζωντανή την σκέψη και τα συναισθήματα. Η σεξουαλική παρενόχληση δεν είναι μια σεξουαλική προσέγγιση αν και εμφανίζεται με τέτοιο πρόσημο. Αν το δούμε έτσι κινδυνεύουμε να βάλουμε από την πίσω πόρτα την δυσφήμηση της σεξουαλικότητας ως γενεσιουργό αιτία μιας σε τελευταία ανάλυση ανθρώπινης εκτροπής.

Υποστηρίζω την θέση ότι τα κίνητρα αυτών των πράξεων δεν είναι μια έντονη σεξουαλικότητα που οδηγεί τους δράστες να παραβιάσουν τα όρια της ιδιωτικότητας στην βάση μιας έντονης ερωτικής επιθυμίας, που βέβαια, μπορεί να θολώσει την κρίση κάποιου, χάνοντας έτσι την αξία της βασικής παραδοχής που μοιραζόμαστε.

Αυτή είναι η συναίνεση ανάμεσα σε ενήλικες, ως προϋπόθεση, ως πλαίσιο για τις ερωτικές μας αλληλεπιδράσεις.  Προτείνω να σκεφτούμε το ενδεχόμενο πως η ασυνείδητη πίεση που βιώνουν οι θύτες για παραβίαση, δεν είναι η ερωτική επιθυμία για τα νεώτερα σώματα – αλλά κυρίως ο φθόνος για την νεότητα και την επόμενη γενιά.

Καθόλου παράδοξο επομένως ότι κάποιοι άνθρωποι διαλέγουν ακριβώς αυτά τα επαγγέλματα, τα οποία θα τους δώσουν την δυνατότητα να δοκιμάσουν στην εργασιακή καθημερινότητα την ελαστικότητα των ορίων που τους επιτρέπει να εκτραπούν, δοκιμάζοντας τις δυνάμεις τους.

Οι περισσότεροι από αυτούς τους θύτες έχουν υποστεί στη παιδική τους ηλικία ανομολόγητους εξευτελισμούς. Το κίνητρο τους δεν είναι η επίτευξη μιας σεξουαλικής ευχαρίστησης αλλά η επανάληψη του εκμηδενισμού τους ως παιδιά  – αυτή την φορά όμως στο σώμα των άλλων. Κατά προτίμηση των γυναικών γιατί είναι οι μητέρες τους που τους συμπεριφέρθηκαν σαδιστικά – αποδεχόμενες, αποσιωπώντας, διαψεύδοντας ή και επικροτώντας τη βία που έρεε ανεμπόδιστα μέσα στα σπίτια τους.

Πως γίνεται όμως δυνατό να γίνονται αποδεκτοί αυτοί οι εκτροχιασμοί από ενήλικες με δυνατά βιογραφικά σε επαγγέλματα, τα οποία στον πυρήνα τους συγκροτούνται από την ρητή επιθυμία της μετάδοσης του πολιτισμού και των ανθρωπιστικών αξιών? Διαισθανόμαστε ότι δεν πρόκειται για μια απλή παθητικότητα, για μια στάση αναμονής, για μια επιφύλαξη αν θέλετε. Η σιωπή των αμνών δεν είναι μόνο το αποτέλεσμα μιας ιδρυματοποίησης των λαμπρών πνευμάτων μέσα σε μια χώρα φυλακή. Έχει προηγηθεί μια πολύπλοκη διαδικασία που τους έχει καταστήσει συνενόχους στην φαντασία τους, συμμέτοχους στην ασυνείδητη φαντασίωση μιας παιδοκτονίας ως αναγκαίο θεμέλιο του πολιτισμού. Ως μιας αναπόφευκτης θυσίας.

Με αυτήν την σκέψη μπαίνουμε στην καρδιά του προβλήματος. Η ψυχανάλυση συναντώντας τις κακοποιήσεις παιδιών μπόρεσε να το ανακαλύψει, να διερευνήσει και να διεργαστεί – ρισκάροντας για άλλη μια φορά να πληρώσει το τίμημα για την αποκάλυψη πραγμάτων που είναι κρυμμένα από καταβολής κόσμου. Το ότι τα παιδιά υπήρξαν πάντοτε τα θύματα των ενηλίκων είναι κάτι που το γνωρίζουμε τουλάχιστον από την Ιφιγένεια, τον Οιδίποδα αλλά και από την θυσία του Αβραάμ. Οι κοινωνίες αυτές αναγνώριζαν καλά το θέμα και το επεξεργάζονταν μέσα από τις πολιτισμικές παραγωγές τους, με τον μύθο και την τραγωδία ως εξαιρετικά μέσα για την ψυχική επεξεργασία του από τους ανθρώπους. Γιατί αυτό που δεν μπορεί να λεχθεί δεν μπορεί να αποσιωποιηθεί

Αν είναι αληθής η διαπίστωση ότι η ψυχική μορφή του Οιδίποδα ως βασικός τύπος κοινωνικοποίησης – υποχωρεί στην σημερινή κοινωνία υπό το βάρος του Νάρκισσου – τότε δεν μας εμποδίζει τίποτα να σκεφτούμε πως  στην πλευρά των κατιόντων ενισχύεται στο ασυνείδητο η μορφή του Λάιου και της Ιοκάστης – πράγμα που αναδεικνύει το τέλος της πολιτικής γονεϊκότητας με την μορφή που την γνωρίζαμε.

Γι αυτό τον λόγο και η αντανακλαστική αντίδραση στην φιλοσοφία και στην ψυχανάλυση, να τεθεί στο κέντρο του ενδιαφέροντος για την ζωή η έννοια της γεννητικότητας (Generativity) – δηλαδή η έρευνα πάνω στην επιθυμία για την φροντίδα των επόμενων γενεών. Καθώς και τους μηχανισμούς που υπονομεύουν αυτήν την μορφή αγάπης.

Η στόχευση αυτή, η επιδίωξη μιας μετάδοσης κάποιων πραγμάτων για να είναι η ζωή των ερχόμενων γενεών ανεκτή, υποφερτή ή και λίγο πιο εύκολη περνάει μέσα από την δυνατότητα επεξεργασίας που καλούνται να κάνουν οι απερχόμενοι πάνω στον φθόνο και στην μοιρολατρία.

……

Με αυτές τις εισαγωγικές διευκρινήσεις ως πυξίδα ας προχωρήσουμε λίγο ακόμη.

Η ψυχαναλυτική γνώση για τις σεξουαλικές παρενοχλήσεις και τους εκτροχιασμούς εντός των θεσμών αντλεί την έμπνευση της από ένα παράλληλο σύμπαν. Το πρόβλημα για την ψυχαναλυτική οπτική φωτίζεται από τους κόσμους της παιδικής σεξουαλικής κακοποίησης και κακομεταχείρισης.

Αυτά που ακούμε στις διηγήσεις ενηλίκων σχετικές με τις παραβιάσεις που υφίστανται στους εργασιακούς χώρους  – συναντούν το ψυχικό τους ισοδύναμο στις εμπειρίες της παιδικής τους ηλικίας. Το όριο, η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε ανηλικότητα και ενηλικότητα είναι από πολιτική/θεσμική άποψη – σημαντική. Αυτό όμως δεν μας εμποδίζει να σκεφτούμε το ζήτημα των προεγγραφών στο σώμα κατά την διάρκεια της παιδικής ηλικίας. Τόσο οι θύτες όσο και τα θύματα είχαν μια παιδική ηλικία. Πάνω στην οποία έρχεται να επανεγγραφεί η κακοποίηση, με την μορφή μιας σεξουαλικής παραβίασης. Μιας παρενόχλησης.

Η λέξη παρενόχληση αποκαλύπτει και συγκαλύπτει ταυτόχρονα. Μια μικροενόχληση βλέπουν οι θύτες και αυτοί που αγόμενοι και φερόμενοι τους συγκαλύπτουν. Ή μήπως καθόλου ολοφάνερα ταυτίζονται μαζί τους?

Ο Freud γράφει το 1913: ‘’ Οι υποθέσεις του χρήματος αντιμετωπίζονται από τους πολιτισμένους ανθρώπους με πανομοιότυπο τρόπο – όπως αντιμετωπίζονται τα σεξουαλικά ζητήματα. Με την ίδια αμφιθυμία, πουριτανισμό και υποκρισία.’’

Στη επιθυμία μας να γνωρίσουμε το ασυνείδητο σύμπαν της σεξουαλικής παραβίασης έχουμε δυο χάρτες θησαυρών. Ο ένας χάρτης είναι ένα δοκίμιο του Freud από το 1905. Πρόκειται για τις ‘’τρεις πραγματείες για την σεξουαλική θεωρία’’. Εδώ ο Freud καταπιάνεται με την παιδική σεξουαλικότητα και γκρεμίζει όλους τους αστικούς μύθους γύρω από την αγνότητα και ασεξουαλικότητα των μικρών παιδιών. Μια από τις μεγαλύτερες αντιστάσεις στην ψυχανάλυση, δίπλα σε πολλές άλλες, τρέφεται από αυτήν την δημοσίευση.

Εικοσιοκτώ χρόνια αργότερα, ξανά σε ένα παράλληλο σύμπαν, ο Sandor Ferenczi, το 1932, παρουσιάζει στους συναδέλφους του, την ιστορική ομιλία του στο Wiesbaden, με τίτλο ‘’Γλωσσική σύγχυση ανάμεσα στον ενήλικα και στο παιδί: η γλώσσα της τρυφερότητας και η γλώσσα του πάθους’’. Το κείμενο αυτό αποτελεί την άλλη, συμπληρωματική όψη του νομίσματος. Στις θεραπείες θυμάτων σεξουαλικής εκτροπής, πορευόμαστε έχοντας μέσα μας αυτά τα δύο κείμενα. Μπορούν και είναι ανατρεπτικό να διδάσκονται παράλληλα.

Το σημείο που επισήμανε και θέλησε να διευκρινίσει ο Ferenczi σχετικά με τους τραυματικούς σεξουαλικούς εκτροχιασμούς των ενηλίκων, είναι ότι αυτοί συμβαίνουν πάντα ή σχεδόν πάντα στην βάση μιας σχέσης που προηγείται και διατηρεί ο ενήλικος με το παιδί. Ο Ferenczi στρέφει την προσοχή του σε μια δεύτερη στιγμή του τραυματικού συμβάντος. Αυτή είναι η μη αναγνώριση από τον ενήλικο, τον θύτη, η ευθύνη του και η πρωτοβουλία του ως προς αυτό –  καθώς και η ακόλουθη διάψευση και η άρνηση των συναισθημάτων του παιδιού. Έτσι το παιδί διαλύεται εκ νέου από την απώλεια μιας σχέσης τρυφερότητας κι εμπιστοσύνης. Μας θυμίζει κάτι αυτό?

Το κείμενο του 1932, γραμμένο από το τρομερό παιδί της ψυχανάλυσης, και σε συνάφεια με όλο το έργο του, αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες της σύγχρονης ψυχοτραυματολογίας και ψυχοσωματικής. Το πραγματικό τραύμα βρίσκεται για τον Ferenczi ακριβώς μέσα στην άρνηση της σχέσης από την πλευρά του ενήλικα, σχέση που διατηρούσε προηγουμένως το παιδί μαζί του. Και ακριβώς η προσπάθεια του παιδιού να διασώσει αυτήν την σχέση ή τέλος πάντων ότι μπορεί να διασωθεί από αυτήν, οδηγεί στην κεντρική και καθοριστική σημασία των παιδικών κακοποιήσεων.

Σε αυτό που ονομάζουμε ταύτιση με τον επιτιθέμενο. Σε μια πιο προσιτή διατύπωση αυτά που ονομάζουμε σήμερα κάπως αμήχανα, σύνδρομο της Στοκχόλμης ή ακόμη ασυνείδητη ερωτική σχέση με τον βασανιστή.

Τι συμβαίνει όμως τις στιγμές του εκτροχιασμού, τις στιγμές που καταλύεται η πρωταρχική εμπιστοσύνη? Πως αντιδρά το τρομαγμένο παιδί? Για να διασώσει την σχέση βάζει μέσα του, ενδοβάλλει το αίσθημα βίας που εισπράττει από τον ενήλικο, την αναστάτωση του και τελικά την ενοχή του. Διαφορετικά διατυπωμένο. Τέτοιοι ενήλικες ξεφορώνουν το αίσθημα ενοχής τους – μια ενοχή δική τους, στην οποία όμως οι ίδιοι έχουν χάσει την πρόσβαση – στο θύμα. Το οποίο την εσωτερικεύει και με αυτόν τον τρόπο γίνεται ο ψυχίατρος του θύτη και ταυτόχρονα, αυτό είναι το παράλογο του πράγματος, αισθάνεται συνένοχος του.

Το παιδί θύμα αντιδρά με αυτήν την εσωτερίκευση της βίας για να μην αισθάνεται παραδομένο κι έρμαιο των διαθέσεων του θύτη και οι οποίες βρίσκονταν στην εξωτερική/υλική πραγματικότητα. Ταυτόχρονα διχοτομείται το ίδιο τόσο στην διανοητική όσο και στην συναισθηματική του συγκρότηση. Όλο αυτό έχει συνέπειες και για το σώμα.

Το παράδοξο αλλά και αυτοκαταστροφικό αυτών των ασυνείδητων διαδικασιών έχει πολύ συχνά ως αποτέλεσμα μια προδιάθεση για ‘’τραυματοφιλία’’, δηλαδή την ετοιμότητα να αναζητηθούν καταστάσεις όπου ο τραυματισμός θα αναζητηθεί στην βάση μιας ασυνείδητης σκηνοθεσίας, η οποία οδηγεί σε δυνητικές τραυματικές επαναλήψεις, για να μπορέσει η ψυχή να επεξεργαστεί ένα τραύμα, το οποίο πολύ συχνά σεξουαλικοποιείται. Αυτό το φαινόμενο ονομάζεται καταναγκασμός σε επανάληψη.

Η ενδοβολή της βίας του επιτιθέμενου στην βάση της αναγκαιότητας να διατηρηθεί μια προϋφιστάμενη σχέση αγάπης και τρυφερότητας μαζί του – μας βοηθάει να κατανοήσουμε στοιχεία και από τραυματισμούς στην ενήλικη ζωή.

Το τραυματικό γεγονός διασχίζει τα όρια του Εγώ και η σοκαριστική του επίδραση το παραλύει. Το τραύμα καταστρέφει ταυτόχρονα την σχέση με το αγαπημένο και αναγκαίο αντικείμενο. Δεν υπάρχει πια πατέρας, όταν κακοποιεί σεξουαλικά την κόρη του. Όπως δεν υπάρχει πια παιδί πλέον, αλλά ούτε και μητέρα, αν αυτή δεν το προστατεύει.

Η άρνηση των γεγονότων από την πλευρά του ευρύτερου περιβάλλοντος, οδηγεί το θύμα να αμφιβάλλει για την ίδια του την αντίληψη και ενισχύει την βλάβη στην αισθητηριακή του συγκρότηση, στην μνήμη και στις δυνατότητες συμβολοποίησης. Η σύγχυση που νοιώθει το θύμα ως προς την ποιότητα των ζωτικών του σχέσεων και την αγάπη, αλλά και η έλλειψη ενός μάρτυρα, διαμορφώνουν μια κατάσταση διπλής δέσμευσης, ένα double bind. Ως τελικό αποτέλεσμα οδηγείται σε μια απώλεια νοήματος, η αίσθηση μιας τάξης που καθορίζει την κοινή ζωή με τους άλλους, χάνεται κι αυτή. Το φαινόμενο συνοδεύεται από αποδυνάμωση των γλωσσικών δυνατοτήτων, η γλώσσα δεν μπορεί να υποστηρίξει ένα κρυμμένο συμβόλαιο επιβεβλημένης συνενοχής χωρίς να καταστρέφεται η ίδια.

Συνοψίζοντας τα παραπάνω και βάζοντας τα σε μία πρόταση – η οποία θα ήταν επιθυμητό να προσληφθεί με όλη την εκπληκτική της μεταφορικότητα – θα έλεγα ότι ο Ferenczi μας πρότεινε να σκεφτούμε ότι για τους παιδικούς τραυματισμούς ευθύνεται κυρίως το αίσθημα εγκατάλειψης από την μητέρα και η αίσθηση απειλής από τον πατέρα.

Με βάση το σύγχρονο λεξιλόγιο, στις κοινωνικές επιστήμες το φύλο των γονέων δεν εκλαμβάνεται ουσιοκρατικά/νατουραλιστικά αλλά με όρους gender, δηλαδή ως αποτέλεσμα κοινωνικής κατασκευής.

……

Επίλογος – Η γλώσσα της μαρτυρίας

Κλείνοντας αυτή την παρουσίαση θα ήθελα να αναφερθώ στο έργο της Aleida Assmann, καθηγήτρια αγγλικής φιλολογίας, αιγυπτιολόγο και πολιτισμική ανθρωπολόγο, της οποίας η δημοσίευση ‘’Τέσσερις βασικοί τύποι της μαρτυρίας’’ θα έπρεπε να διδάσκεται στο πανεπιστήμιο αλλά και στους θεσμούς που ασχολούνται με την φροντίδα των θυμάτων ως μέσο ενδυνάμωσης των ανθρώπων που φροντίζουν γι αυτά. Ως αντίδοτο  στους βυζαντινισμούς, τις δολοπλοκίες, τις αποσιωπήσεις και τις ίντριγκες από όποιο ιερατείο κι αν προέρχονται. Όλα κάτω από τον ουρανό.

Ας την ακούσουμε:

‘’Η μαρτυρία είναι προφανώς προσανατολισμένη στο μέλλον. Έχει όμως να κάνει και με την μνήμη. Το μαρτυρείν αποκαθιστά την ανάμνηση, στην δικαιακή, θρησκευτική και πολιτική της διάσταση. Αλλά πάντα στην δημόσια σφαίρα. Χωρίς την κατασκευή δημοσιότητας δεν υπάρχει μαρτυρία…

Και παρακάτω: ‘’… για την εγκαθίδρυση μιας αλήθειας, με την οποία πρέπει να παραμείνουμε συνδεδεμένοι και στην οποία πρέπει να επιμείνουμε για να διασώσουμε την μνήμη, η οποία έχει δεσμευτικό χαρακτήρα. Γιατί στο φως αυτής της αλήθειας η μνήμη αναδύεται συνυφασμένη με την αλήθεια και την ηθικότητα, ενώ η λήθη εμφανίζεται ως ανηθικότητα.’’

‘’Αποδεικτικά στοιχεία και μαρτυρίες, αρχειοθέτηση και επιτελεστικό πράττειν, συνανήκουν αναγκαστικά ως συμπληρωματικές εκδοχές. Η μαρτυρία είναι και παραμένει μια πράξη η οποία εξαρτάται από τον πολλαπλασιασμό και την επανάληψη. Μια φορά είναι εδώ, καμία φορά. Εξαρτάται λοιπόν από τις επόμενες γενιές το εάν η ανθρωπότητα θα μπορέσει να συγκροτήσει τον εαυτό της με την διαρκή δύναμη των αποδεικτικών στοιχείων. Για αυτό τον λόγο τα αποδεικτικά στοιχεία πρέπει να βρίσκουν προσεκτικούς ακροατές.

Επομένως, για την συνέχεια, πρέπει να υπάρξουν μάρτυρες, οι οποίοι θα καταθέτουν για τους μάρτυρες.’’

Σας ευχαριστώ πολύ όλους για την προσοχή σας.

Κινηματογραφικές αναφορές

Οικογενειακή γιορτή

Το κυνήγι

04_Der Pfarrer (Burghart Klaussner) ermahnt seinen Sohn (Leonard Proxauf) zu Aufrichtigkeit

Η λευκή κορδέλλα

Κυνόδοντας

.