Η ιστορία της λευκής ζέβρας

 In ΚΕΙΜΕΝΑ

Η ιστορία της λευκής ζέβρας – ή: Ψυχικές απαρχές του ρατσισμού

Του Thomas Auchter

01.10.2010 Politik und Gesellschaft (DPV)

Ο ρατσισμός δεν είναι αποκλειστικά ένα γερμανικό φαινόμενο. Όμως βάσει της ιστορίας μας οφείλουμε να βρισκόμαστε σε μια ιδιαίτερη εγρήγορση απέναντι σε κάθε μορφή ρατσισμού. Πρόκειται για ένα πολύ περίπλοκο φαινόμενο με αποτέλεσμα κάθε μεμονωμένη, αποσπασματική γνώση από την πλευρά των κοινωνικών επιστημών, συμπεριλαμβανομένης της ιστορικής και της ψυχαναλυτικής προοπτικής καθώς και των πολιτικών σχεδιασμών – να μην επαρκεί αυτή καθαυτή, αλλά να χρειάζεται να φωτιστεί από ένα άλλο βλέμμα. Γι αυτό είναι επιτακτική η σύνθεση των πιο επεξεργασμένων και διαφοροποιημένων συμπερασμάτων.

Θα ήθελα να πραγματευτώ το θέμα μέσα από την ανάδειξη της ψυχολογικής –ψυχαναλυτικής προσέγγισης. Είναι βέβαια αυτονόητο πως οι ακόλουθες διατυπώσεις δεν μπορούν παρά να φωτίσουν μερικές μόνον όψεις του φαινομένου ρατσισμός. Στην ψυχαναλυτική ανάγνωση πρόκειται για την κατανόηση της συνειδητής μα πάνω από όλα ασυνείδητης επεξεργασίας μεμονωμένων ανθρώπων είτε ομάδων. Μια προσπάθεια κατανόησης των εσωτερικών τους συγκρούσεων.

Ο ψυχαναλυτής προσπαθεί για μια επιστημονική διερεύνηση, όσο το δυνατό απαλλαγμένη από αξιολογήσεις, ωστόσο δεν μπορεί να είναι σε καμία περίπτωση εντελώς αποδεσμευμένος από αξίες. Η κατανόηση δεν δικαιολογεί ούτε δικαιώνει τίποτα. Χωρίς αυτήν δεν μπορεί να υπάρξει ριζική αλλαγή.

Κάθε νεογέννητο έρχεται στον κόσμο μας με τουλάχιστο τρεις θεμελιώδεις ανάγκες. Πρώτη είναι η ανάγκη για ασφάλεια και δεύτερη η ανάγκη για αναγνώριση κι επικύρωση του ναρκισσισμού του.  Μια τρίτη ανάγκη είναι η δημιουργία δεσμών με άλλους ανθρώπους και η διατήρηση τους. Αυτές οι βασικές ανάγκες πρέπει να εξισορροπούνται συνεχώς  εκ νέου κατά την διάρκεια της ζωής μας.

Οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί. Υπάρχουν γυναίκες και άνδρες, υπάρχουν λευκοί, μαύροι και θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε αυτήν την στοιχειοθέτηση παραθέτοντας τις διαφορές τους. Οι φυσιογνωμίες τους είναι ποικίλες, μιλούν διαφορετικές γλώσσες, έχουν διαφορετικές θρησκείες, συνήθειες, ήθη, έθιμα και πολιτισμούς.

Για να είμαστε σε θέση να κατανοούμε τον εαυτό μας, ορίζοντας την αδιαμφισβήτητη και μοναδική ταυτότητα του, χρειαζόμαστε την δια βίου οριοθέτηση από τον άλλο ή από τους άλλους, τους οποίους ξεχωρίζουμε από εμάς ως κάτι που βρίσκεται έξω από το Εγώ, ως ένα ‘’μη Εγώ’’. Κατά την διάρκεια αυτών μας καθορίζει, όπως αναφέρθηκε, μια βαθιά ριζωμένη, ασυνείδητη ανάγκη για ασφάλεια. Νοιώθουμε την μεγαλύτερη σιγουριά όταν δεν αλλάζει κάτι, όταν καμία διαφορά δεν μας αναστατώνει ή μας φοβίζει. Στην σχέση με τον Άλλον, τον Ξένο, είμαστε γεμάτοι από μια βαθιά ασυνείδητη, θεμελιώδη αμφιθυμία (Ambivalenz).

Χρειαζόμαστε το Ξένο, κεντρίζει την φαντασία μας και την ίδια στιγμή μας γεμίζει φόβο. Για αυτόν το λόγο υπάρχει μια έντονη ασυνείδητη επιδίωξη να εξισώσουμε (εξομοιώσουμε) τον άλλον με μας. Στην περίπτωση που αυτό δεν επιτευχθεί αλλάζει ο τρόπος αντιμετώπισης: ‘’Αν δεν θέλεις να είσαι ο αδελφός μου, τότε θα σε χτυπήσω στο κρανίο’’.

Ταυτόχρονα μας διαμορφώνει η βαθιά ριζωμένη ανάγκη για αναγνώριση κι επικύρωση στην μοναδικότητα του εαυτού μας. Είναι σημαντικό για μας να μας βρίσκουν εξαιρετικούς οι  άλλοι, να δίνουν ικανοποιήσεις στον ναρκισσισμό μας. Μερικές φορές μοιάζει να πιστεύουμε πως όλα αυτά μπορούμε να τα επιτύχουμε εάν συμπεριφερόμαστε με ιδανικό τρόπο. Όταν κανείς δεν έχει να προσκομίσει κάτι εναντίον μας, όταν δεν κάνουμε λάθη, όταν δεν έχουμε ελλείμματα.

Όμως τα απανθίσματα σοφίας από άλλους πολιτισμούς καθώς και οι φιλόσοφοι, μας φέρνουν αντιμέτωπους με την θεμελιώδους αξίας γνώση ότι ο άνθρωπος δεν είναι πλήρης και ολοκληρωμένος. Ο καθένας από εμάς δεν είναι ιδανικός, έχει ελλείψεις, διαπράττει σφάλματα και ποτέ δεν μπορεί να είναι πλήρως απαλλαγμένος από ενοχές.

Αυτή η βασική γνώση τραυματίζει τον ναρκισσισμό μας και είναι πολύ δύσκολο να γίνεται ανεκτή από όλους μας. Χρειαζόμαστε βοήθεια. Μια δυνατότητα είναι η ανάπτυξη ενός νοσηρού ναρκισσισμού. Με διαφορετικά λόγια: Η ασθένεια του ναρκισσισμού αποτελεί την συνέπεια μιας προσβολής του ναρκισσισμού, η οποία συνέβη στο παρελθόν.

Σε έναν παθολογικά διαταραγμένο ‘’ναρκισσιστικό κόσμο’’ κυριαρχεί ένας απόλυτος εγωκεντρισμός κι εγωισμός. Μια αυτό-αναφορικότητα που αποκλείει απόλυτα τον άλλον. Η εξιδανίκευση του εαυτού ή της ομάδας αναφοράς (Είμαι, είμαστε οι μεγαλύτεροι, οι σημαντικότεροι) συμβαδίζει με την πλήρη υποτίμηση, απαξίωση και περιφρόνηση των άλλων.

Οι ιδέες μεγαλείου γύρω από τον Εαυτό εκφράζονται μέσα από τις παραστάσεις παντοδυναμίας. Παντοδυναμία σημαίνει εδώ κυρίως παντογνωσία κι επικυριαρχία. Ο νάρκισσος θεωρεί εαυτόν άτρωτο, αθάνατο και ελεύθερο από περιορισμούς σε οποιαδήποτε προοπτική. Σε έναν ιδεώδη ναρκισσιστικό κόσμο δεν υπάρχει καμία ανάγκη αναμονής ή αναβολής, κανένα εμπόδιο και κανένα πιεστικό ερώτημα.

Ο ‘’ολοκληρωμένος’’,’’ πλήρης’’ ναρκισσιστικός κόσμος είναι ένας κόσμος χωρίς διαφορές, χωρίς εντάσεις. Όμως με αυτόν τον τρόπο είναι ένας κόσμος που περιήλθε σε ακινησία χωρίς κάποια προοπτική αλλαγής ή εξέλιξης. Με άλλα λόγια, πρόκειται για έναν ‘’νεκρό’’ κόσμο. Βρίσκεται σε διαμετρική αντίθεση με έναν κόσμο στον οποίο θα μπορούσαμε να αισθανθούμε ζωντανοί.

Ένα ζωντανό ψυχικό γίγνεσθαι χαρακτηρίζεται πάντα από εντάσεις και διαφορές, οι οποίες μπορούν σταδιακά να περιέλθουν σε μια σχετική, σταθερή ισορροπία. Στην ψυχανάλυση αυτό το ονομάζουμε αρχή της πραγματικότητας (Realitätsprinzip). ‘’Ο άνθρωπος για να παραμείνει ψυχικά ζωντανός πρέπει να επιλύει συγκρούσεις ασταμάτητα’’ (H. E. Richter).

Προφανώς υπάρχει μια πολύ αρχαϊκή, συναισθηματική οργανωτική αρχή που κατευθύνει τις αισθητηριακές/αντιληπτικές μας δυνατότητες. Πρόκειται για την ψυχική διχοτόμηση σε ‘’μόνον καλό’’ και ‘’μόνον κακό’’ (Splitting, Spaltung).  Αυτό το οργανωτικό αξίωμα της ψυχής είναι κυρίαρχο στα μωρά και στα μικρά παιδιά. Στο ξεκίνημα της ζωής όλα τα αγαθά (ασφάλεια, ευχαρίστηση, ικανοποιητική αίσθηση του εαυτού), συνδέονται εσωτερικά στο παιδί με συμπλεγματικό τρόπο με τον Εαυτό/Εγώ. Αντίθετα, όλα τα δεινά (πείνα, φόβος, πόνος, οργή) τοποθετούνται εκτός του Εαυτού.

Βέβαια αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω μιας προβολής, ενός ξεφορτώματος όλων των δυσάρεστων, άσχημων και κακών πλευρών του εαυτού στον εξωτερικό κόσμο. Έτσι, αρχικά το μωρό ή το πολύ νεαρό παιδί (υποθέτουμε πως αυτό συμβαίνει για ένα σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα), βιώνει αυτά που βρίσκονται ‘’έξω’’, ό,τι βιώνεται ως μη εγώ – ως εχθρικά και μισητά. Ταυτόσημα με το ‘’Κακό’’(Freud, 1915, 1925, 1926).

Με αυτήν την έννοια κατανοώ την υπερβολική ξενοφοβία και το μίσος για τους ξένους ως συμπτώματα, ως έκφραση μιας διαταραχής της ναρκισσιστικής αυτορρύθμισης, στην βάση της διχοτόμησης.

Η βασική μου θέση επομένως είναι η ακόλουθη:

Ο υπερβολικός φόβος ενώπιον των ξένων και το μίσος γι αυτούς είναι από ψυχαναλυτικής άποψης παράγωγα ή συμπτώματα μιας αδυναμίας να σταθεροποιηθεί ο ναρκισσισμός.

Με άλλα λόγια, πριν την ξενοφοβική αντίδραση προηγείται μια μαζική διακινδύνευση ή προσβολή του εαυτού και του αισθήματος αυτοεκτίμησης. Η ψυχική κατάληξη αυτής της διαδικασίας μπορεί να οδηγήσει σε ρατσισμό. Η εχθρότητα για τους ξένους και ο ρατσισμός αναπαριστούν στο κοινωνικό πεδίο την αποτυχημένη προσπάθεια να επιδιορθωθεί ένας προσβεβλημένος, ταπεινωμένος ναρκισσισμός. Κάθε αρνητικό, ‘’κακό’’ κομμάτι/στοιχείο του εαυτού προβάλλεται και τοποθετείται ‘’έξω’’ από αυτόν. Σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή μπορεί μια τέτοια ψυχική κίνηση να αποτελεί προς στιγμήν την καλύτερη και πιο επιτυχημένη προσπάθεια αυτοίασης.

Μιας και οι ναρκισσιστικές πληγές όμως δεν μπορούν να κλείσουν με αυτόν τον τρόπο για μεγάλο διάστημα, επανέρχονται με πιο τερατώδη τρόπο οι προσπάθειες σταθεροποίησης του Εαυτού. Με άλλα λόγια: Η τρέλα της εχθρότητας προς τους ξένους, η τρέλα του ρατσισμού δημιουργεί (ασυνείδητα) ένα νόημα. Ένα τρελό νόημα.

Η προβολή είναι μια ψυχική κίνηση κατά την οποία το υποκείμενο αποκλείει για τον εαυτό του ανάγκες, επιθυμίες, συναισθήματα, εσωτερικές εντάσεις και συγκρούσεις ενώ ταυτόχρονα τα καταλογίζει και τα τοποθετεί στον κόσμο του άλλου. Ο εθνικοσοσιαλιστικός ρατσισμός αποτελεί ένα εξαιρετικό παράδειγμα μηχανισμού προβολής. Οι εβραίοι κατηγορήθηκαν ακριβώς γι αυτά που έπρατταν οι ίδιοι οι γερμανοί.

Μπορούμε να βιώσουμε ως ιδιαίτερα απειλητική την συνθήκη όπου ο άλλος είναι ‘’μόνον λίγο’’ διαφορετικός από εμάς. Στην περίπτωση αυτή οι μικρές, λεπτές διαφορές μας με τους άλλους αποκτούν ειδικό βάρος. Αυτός ο ναρκισσισμός των μικρών διαφορών (Freud 1921) εμφανίζεται σε ομάδες ανθρώπων που στην πραγματικότητα βρίσκονται/είναι πολύ κοντά. Οι κάτοικοι των πόλεων αισθάνονται από περιφρόνηση μέχρι  εχθρότηταγια τους κατοίκους των χωριών καθώς και το αντίστροφο.

Η Βαυαρία για την Πρωσία και το ανάποδο. Όταν κάποιος μας μοιάζει σε τέτοιο βαθμό ώστε να νοιώθουμε την πρόκληση μιας σύγκρισης μαζί του και ταυτόχρονα είναι τόσο διαφορετικός  –  επιδρά πάνω μας σαν συγκαλυμμένη κριτική στον εαυτό μας. Μοιάζει με μια επίθεση στον τρόπο ζωής μας και εμπεριέχει την άδηλη προτροπή να βελτιωθούμε. Αυτό δεν το συγχωρούμε εύκολα στον άλλον (Robert Waelder) . Ο ρατσισμός ξεκινάει να αναπτύσσεται πάνω στο οριακό σημείο που αφορά την σχέση μας με την διαφορετικότητα.

Η διχοτόμηση σε αγάπη για τον εαυτό και μίσος για το ξένο αποδεικνύεται τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο ως μια δοκιμαστική λύση. Είναι πάντοτε δυνατό, γράφει o Freud, να συνδεθεί μια μεγαλύτερη ομάδα ανθρώπων με τα δεσμά της αγάπης ενώ βέβαια αναζητούμε κάποιους άλλους για να εκφράσουμε εναντίον τους την επιθετικότητα μας.

Αυτό το κοινωνικό/ψυχολογικό φαινόμενο ισχύει για κάθε ιδεολογική πεποίθηση που μοιάζει να συμπεριφέρεται όπως μια θρησκεία. Ένας διαχωρισμός στο ‘’Εμείς’’ και οι ‘’Άλλοι’’, όπου φυσικά εμείς είμαστε μόνον καλοί και αυθεντικοί ενώ οι άλλοι άσχημοι και κακοί.  Αυτή η διχοτόμηση εξυπηρετεί την ταυτότητα και την συνοχή της ομάδας.

Όμως  σε ακραίες περιπτώσεις οι προκαταλήψεις και οι προβολές μας συμπυκνώνονται σε σταθερές εικόνες του εχθρού. Για τον δικό μας καθαρό και αμόλυντο, ναρκισσιστικό κόσμο, χρειαζόμαστε τους ‘’άλλους’’, τους ξένους, τους εχθρούς – ως σκουπιδότοπο για τα δικά μας ψυχικά ‘’απόβλητα’’.

Για αυτόν τον λόγο χρειαζόμαστε εχθρούς. Με την βοήθεια των αποδιοπομπαίων τράγων προσπαθούμε να απελευθερωθούμε από τις δικές μας αποποιημένες επιθυμίες, φαντασιώσεις και συναισθήματα. Δηλαδή από το ‘’δικό μας ξένο Κακό’’. Ακριβώς γι αυτό οι ρατσιστικές επιθέσεις απευθύνονται ενάντια σε ανάπηρους, άτομα με ειδικές ανάγκες και αστέγους. Γιατί αυτοί οι άνθρωποι διαταράσσουν την ψευδαίσθηση ενός ολοκληρωμένου, άρτιου κόσμου.

Η ρατσιστική σκέψη και συμπεριφορά προσφέρει μια εναλλακτική λύση στις εσωτερικές μας συγκρούσεις. Η μεταβίβαση ή η προβολή των ελλειμμάτων, της αδυναμίας, των σφαλμάτων, των αποτυχιών, των φόβων και της επιθετικότητας μας στους άλλους ανθρώπους – μας απαλλάσσει από την ιδιαίτερα απαιτητική ψυχική εργασία της εσωτερικής αντιπαράθεσης με τα προβλήματα μας.

Η προβολή ωστόσο ταυτόχρονα μας αποκόπτει από κάθε δυνατότητα μιας ανάληψης και μιας ενσωμάτωσης αυτού του δυσάρεστου και άσχημου μέρους του εαυτού μας – από το οποίο κανέναν άνθρωπος δεν είναι απαλλαγμένος.

Η σύνδεση μηχανισμών προβολής με μια φανατική ιδιοσυγκρασία μπορεί τελικά να αποβεί μοιραία. Ο ‘’φανατικός’’ ως δραστήρια, δυναμική και αγωνιστική φύση, συναντά τον εσωτερικό κίνδυνο κι επιλέγει να τον αντιμετωπίσει μεταφέροντας τον στον εξωτερικό κόσμο (Lambert Bolterauer). Όταν διαπράττονται ψυχικές και σωματικές βιαιότητες στο όνομα και στην υπηρεσία ενός ιδανικού ή μιας ιδεολογίας, φαίνεται πως η εσωτερική ένταση ανάμεσα σε ηθική συνείδηση και βία – αίρεται ευκολότερα

Το γεγονός πως οι βιαιοπραγίες συμβαίνουν συχνά από μια ομάδα ανθρώπων, έχει σαν παρενέργεια πως αυτός που συμμετέχει στις επιθέσεις αποενοχοποιείται σκεπτόμενος πως ‘’και οι άλλοι αυτό κάνουν’’. Σε τέτοιες περιπτώσεις, πριν τις επιθετικές πράξεις έχει κατά κανόνα προηγηθεί η ανακήρυξη του θύματος σε θανάσιμο εχθρό, σε απόλυτα κακό, σε υπάνθρωπο ή σε μη άνθρωπο.

Ενάντια σε τέτοιους ανθρώπους μπορεί κανείς να δράσει σχετικά απελευθερωμένος από αισθήματα ενοχής. Η πιο χαρακτηριστική στιγμή γι αυτήν την συνθήκη προσφέρεται στον πόλεμο. Στον πόλεμο επιβάλλεται να γίνει κανείς βίαιος και η θανάτωση του εχθρού έχει διαστραφεί σε ηθική υποχρέωση.

Στον φανατισμό, στον φονταμενταλισμό και στον ρατσισμό η πολυπλοκότητα του κόσμου μετατρέπεται σε απλές φόρμουλες που υπόσχονται σιγουριά, σε μια απλοϊκή σκέψη μαύρου/άσπρου. Αίρεται κάθε διαφοροποίηση κι εξατομίκευση για χάρη της συκοφάντησης μιας συλλογικότητας.

Τα διαφοροποιημένα προβλήματα και οι ερωτήσεις που αναδύονται όταν σκεφτόμαστε πάνω στην εχθρότητα για τους ξένους και τον ρατσισμό δεν μπορούν να επιλυθούν και να αντιμετωπιστούν εάν δίνουμε απλοποιημένες απαντήσεις και στρατηγικές λύσεις.

Ενάντια σε αυτούς που υπεραπλουστεύουν το μόνο που βοηθάει είναι η ανάπτυξη και η προώθηση μιας αυτό-κριτικής σκέψης και η διατήρηση της περιέργειας και της συνείδησης γύρω από τον προσωρινό κι αβέβαιο χαρακτήρα κάθε γνώσης. Όποιος για παράδειγμα χρησιμοποιεί πρωτόγονα συνθήματα του τύπου ‘’θάνατος στους φασίστες’’, τοποθετεί τον εαυτό του στο ίδιο μη αναστοχαστικό επίπεδο σκέψης και πράξης με αυτούς που προτίθεται να πολεμήσει.

Οι εχθροί του ρατσισμού οφείλουν να προστατεύσουν τον εαυτό τους από τον κίνδυνο να πέσουν στην παγίδα του. Ο κίνδυνος αυτός είναι να καταλήξουν να αντιλαμβάνονται τα γεγονότα έχοντας οι ίδιοι χάσει την κριτική τους δύναμη και η σκέψη τους να εκπέσει στα ρηχά νερά της από-διαφοροποίησης. Η λογική άσπρο/μαύρο μπορεί να οδηγήσει σε μια ανορθολογική ηθικολογία, η οποία αποτελεί την ένδειξη μιας ασυνείδητης καθήλωσης στο κακό που θα ήθελε κανείς να ξορκίσει (H. E. Richter).

Αυτός που θα παραμείνει στο επίπεδο της ηθικής αγανάκτησης χωρίς να εμβαθύνει στην ψυχοδυναμική της ασθένειας ‘’ρατσισμός’’, δηλαδή αν δεν προχωρήσει στην κατανόηση και τον συνυπολογισμό των ασυνείδητων κινήτρων των ρατσιστών – θα συνεχίσει τον κύκλο της βίας με αποκλεισμό και απαξίωση και θα παραμείνει δέσμιος μιας ασυνείδητης εσωτερικής πίεσης για καταστροφή.

Όταν υπάρχει πολύ έντονος φόβος και μίσος για τους ξένους, όταν ο ρατσισμός αποτελεί σύμπτωμα μιας ναρκισσιστικής διαταραχής, τότε από ψυχολογικής άποψης υπάρχουν περιορισμένα περιθώρια άμεσης επιρροής – ιδιαίτερα αν τα συμπτώματα αυτά έχουν σταθεροποιηθεί μέσα στο χρόνο. Από εκεί και πέρα μια πλήρης εξαφάνιση αυτών των συμπτωμάτων – αν θα μπορούσε ποτέ να συμβεί – δεν θα είχε νόημα ούτε από βιολογική ούτε από ψυχολογική άποψη.

Οι έμμεσες δυνατότητες επιρροής στην κατεύθυνση της πρόληψης ρατσιστικών αντιλήψεων βρίσκονται στην ανάπτυξη και στην υποστήριξη ενός υγιούς ναρκισσισμού. Αυτό σημαίνει μια σταθερή ταυτότητα, δηλαδή ένα επαρκές αίσθημα του εαυτού και αυτοεκτίμησης.

Αυτή είναι η καλύτερη προφύλαξη ενάντια στον παθολογικό ναρκισσισμό και τα αποκυήματα του: φόβος για τους ξένους, μίσος, ρατσισμός. Μια υγιής συνείδηση του εαυτού συμπεριλαμβάνει πάντα μια αίσθηση για τους περιορισμούς, τις αδυναμίες και τα λάθη μας. Δεν αποκλείει την αυτοκριτική αλλά την προϋποθέτει.

Η συναισθηματική ωριμότητα απαιτεί την ικανότητα να ανεχόμαστε τον φόβο και την κατάθλιψη. Μπορεί να επέλθει όταν κανείς μεγαλώνει και κοινωνικοποιείται σε ένα κλίμα ανεκτικότητας. Στην ωριμότητα ανήκει και η ικανότητα να διαφωνούμε – όχι η ικανότητα μας να συγκρουόμαστε αν χρειαστεί – αλλά η δυνατότητα να αντέχουμε την ύπαρξη συγκρούσεων, οι οποίες μπορούν η πρέπει να παραμένουν ανεπίλυτες. Χάρη σε αυτήν την συναισθηματική ωριμότητα γίνεται εφικτό να κατανοήσουμε με ανεκτικότητα την ριζική ετερότητα του Άλλου και να την αντέξουμε. Ακόμη και να την αντιληφθούμε (την διαφορετικότητα) ως πηγή για την δική μας μεταβολή.

Μας βοηθάει να αποφύγουμε την συκοφάντηση και τον κοινωνικό αποκλεισμό μεμονωμένων ανθρώπων ή ομάδων.

Ένα αποφασιστικό βήμα, σημαντικό από ψυχολογική άποψη για την ανθρώπινη εξέλιξη, είναι το ξεδίπλωμα της ικανότητας για ενσωμάτωση αντί για διχοτόμηση. Η κατάκτηση της δυνατότητας να δεχόμαστε την ισχύ αντικρουόμενων δεδομένων. Πως ισχύει τόσο το ένα όσο και το άλλο, άρα θα πρέπει να τα λαμβάνουμε ως στοιχεία πιθανής σύγκρουσης υπόψη μας, αν είναι δυνατό ταυτόχρονα. Υπάρχει η δυνατότητα για το ‘’καλό’’ και για το ‘’κακό’’, η αγάπη και το μίσος, το άσπρο και το μαύρο.

Και με αυτό θα ήθελα να επανέλθω στον τίτλο της εργασίας μου. Η μεταφορά που υπάρχει εδώ μιας ‘’λευκής ζέβρας’’ προέρχεται από τον δάσκαλο μου Johannes Cremerius.

Αυτό που είναι ορατό σε μια πραγματική ζέβρα είναι η εναλλαγή φωτεινών και σκούρων γραμμών πάνω στο σώμα της. Αλλά αυτό δεν μπορεί να γίνει ανεκτό από το Υπερεγώ και το ιδεώδες του Εγώ. Και δεν θέλει να το επιτρέψει. Γιατί υποφέρει από την φανταστική ιδέα μιας ζέβρας που δεν έχει ρίγες… Η φαντασίωση μιας λευκής ζέβρας αποτελεί πηγή έντονου άγχους. Γιατί αν υπάρχει μια λευκή ζέβρα τότε ποιος είμαι εγώ με τις τόσες πολλές ρίγες;

Η φαντασίωση μιας λευκής ζέβρας μπορεί να διατηρηθεί μόνον αν εγώ απομακρύνω όλους τους μαύρους λεκέδες από το γιλέκο μου μαζί με όλες τις μαύρες του ρίγες. Όταν τα εξαφανίσω από πάνω μου και τα προβάλλω στον Άλλον, παραδειγματικά στον Ξένο. Θα θυμόσαστε ίσως πως το υπέδαφος για αυτήν την διαδικασία βρίσκεται στην βρεφική και παιδική ηλικία.

Η κατάκτηση της δυνατότητας να ανεχόμαστε την αμφιθυμία, η αναγνώριση της ανθρώπινης ζέβρας (Cremerius) παραμένει αμφίβολη και ασταθής. Η εξελικτική κατάκτηση που οδηγεί στην αποδοχή των μαύρων και λευκών πτυχώσεων σε αντιδιαστολή με το όνειρο μιας ζέβρας χωρίς ρίγες, παραμένει ασταθής και υπό αίρεση.

Σε καταστάσεις κρίσης ή σε συνθήκες χρόνιας επιβάρυνσης μπορεί να μας προκαλούνται παλινδρομήσεις που ενεργοποιούν  αμυντικούς ψυχικούς μηχανισμούς όπως τη διχοτόμηση, τα πιεστικά εκβιαστικά διλλήματα, τη σύγκρουση ‘’όλα ή τίποτα’’, τις λογικές άσπρο/μαύρο. Συνέπεια και κατάληξη όλων αυτών μπορεί να είναι η κατασκευή αποδιοπομπαίων τράγων, οι οποίοι συχνά αντιμετωπίζονται με βία. Αυτό είναι ο ρατσισμός.

Οι πιο εσωτερικές μας παραστάσεις που αφορούν τα ιδεώδη ενός Εαυτού αριστοκρατικής προέλευσης, καθαρού και ολοκληρωμένου, ‘’η ασθένεια των υψηλών ιδανικών’’, μας εμποδίζει να αναγνωρίζουμε σε εμάς την ρεαλιστική μας φύση ως μια ζέβρα, την εναλλαγή των λευκών και σκούρων πτυχώσεων. Μας αφήνει να ονειρευτούμε το όνειρο μιας λευκής ζέβρας. Κλείνοντας δανείζομαι τα λόγια του συγγραφέα από ένα ποίημα του:

’Ξυπνήστε – τα όνειρα σας είναι άσχημα’’ (Guenther Eich, 1953)

Απόδοση από την γερμανική γλώσσα: Κώστας Σκαρπίδης